Αυτό.
Εφιαλτική
και βουτηγμένη στο αίμα, αλληγορία για την μητρότητα αλλά και τις συχνές
διαμάχες μέχρι εξόντωσης (σωματικής ή ψυχολογικής) μεταξύ γονέων που διεκδικούν
την επιμέλεια του/των τέκνων τους, είναι η δεύτερη σκηνοθετική δουλειά της Φινλανδής
Hanna Bergholm, με τίτλο YON LAPSI/ NIGHTBORN, μετά
το ντεμπούτο της το 2022, με μία εξίσου επιδραστική ταινία οικογενειακού τρόμου
με τον τίτλο Hatching.
Σίγουρα,
αυτή η ταινία της, δεν αποτελεί και το ιδανικότερο δώρο που μπορεί να κάνει
κάποιος σε μία μικρομάνα (όπως
λέγονται οι μητέρες βρεφών/ πολύ μικρών παιδιών), όπως είναι εν προκειμένω η
Φινλανδή Σάγκα (πειστικότατη και…γυναικάρα, η Seidi Haarla) η οποία μετακομίζει μετά του συζύγου
της (η μεγάλη εκπληξη της ταινίας είναι ο Ρον Γουίζλι των ταινιων Harry Potter, aka Rupert Grint) στην γη καταγωγής της, και
συγκεκριμένα στο σπίτι της γιαγιάς της, μέσα στο πυκνό (και δυνάμει επικίνδυνο) Φινλανδικό δάσος. Η δυσοίωνη ατμόσφαιρα διαποτίζει την ταινια ήδη απ ΄τα πρώτα
λεπτά, όταν το ευτυχές ζεύγος φτάνει επιτέλους στην προσωπική τους γη της
Επαγγελίας (ή τουλάχιστον, έτσι προσδοκούν) και, ιδίως ο σύζυγος Τζων,
εναλλάσσει την έκπληξη με την ανησυχία, αμυδρό φόβο μήπως δεν ήταν τελικώς καλή
ιδέα να μεταναστεύσουν εδώ, τί δουλειά έχει αυτός μέσα στο άγριο δάσος, με τα
θεόρατα δέντρα, και τα παράξενα γλυπτά από
κορμούς δέντρων, ή μήπως τα φαντάστηκε όλα αυτά τα περίεργα που αντικρύζει
μέχρι να πατήσει το πόδι του στο σπίτι της συζύγου του; Και τί σπίτι, μια
σαραβαλιασμένη αγροικία που τους καλωσορίζει με σπασμένα πατώματα- κάποιος
προληπτικός δε θα το θεωρούσε καλό σημάδι αυτό. Η Σάγκα, μια κυριολεκτικά
γυναικάρα, κατάξανθη μ’αυτό το ασπρουλιάρικο δέρμα των Βορειοευρωπαίων, ψηλή
και επιβλητική σαν Σκανδιναβική θεότητα της γονιμότητας, δείχνει ότι έχει μιά
πολύ ιδιαίτερη σχέση με την άγρια φύση γύρω της. ”As you shout so will the forest answer” συμβουλεύει τον σοκαρισμένο Τζων, κι
αρχιζει να βγάζει κραυγές θριάμβου, για να τσεκάρει την απάντηση του δάσους. Η Σάγκα που κοιτάζει τον αντρούλη της με
λατρεία και αγωνία για το αν του αρέσει ο τόπος της, και του ζητάει να βάλουν
μπρος εκείνη τη στιγμή, επι τόπου, την μηχανή παραγωγής παιδιών, ˝make me a mother” του λέει ερεθισμένη, και σιγά που
δεν θα υπάκουγε ο αποσβολωμένος σύζυγος, να χάσει την ευκαιρία να κάνει
παθιασμένο σεξ μέσα στα πουρνάρια, τις μικρές λασπολιμνούλες και την άναρχη
βλάστηση, αποκλείεται.
Δεν
εξαφανίζεται αυτή η δυσοίωνη ατμόσφαιρα όμως, η αόριστη απειλή πως κάτι κακό θα
τους βρεί, δεν αίρεται ούτε με το παθιασμένο σεξ στο δάσος, ούτε και μετά
την,επιτέλους, γέννηση του διαδόχου. Για την ακρίβεια, τότε ακριβώς είναι που
ξεκινάει το «πανηγύρι» σ’αυτή την ταινία που παίζει με τα νεύρα του θεατή, αλλά
κυρίως με την δύστυχη μάνα Σάγκα, η οποία αδυνατεί να δεχτεί πως το πλάσμα που
κοιμάται στο κρεβατάκι και βγάζει κάτι ανατριχιαστικούς ήχους, είναι το δικό
της παιδί, ότι όλα είναι εντάξει και δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας. Το
πολύ εξυπνο μ’αυτή την ταινία, και ταυτοχρόνως η βασική πηγή τρόμου και ανησυχίας,
είναι η χρήση της αλάνθαστης τακτικής της αμφιβολίας
η οποία τρυπώνει επιμελώς στο μυαλό των θεατών, βλέποντας (μισοβλέποντας,
για την ακρίβεια) το νεογέννητο ( εδώ
δεν μπορούμε να μη σκεφτούμε το εμβληματικό Rosemary’s Baby).
Ένα μωρό απαιτητικό,λαίμαργο σε βαθμο ανησυχίας, διότι ο περιβόητος θηλασμός, καταντάει βασανιστήριο κυριολεκτικό για την Σάγκα, το μωρό δαγκώνει, και πολύ άσχημα μάλιστα. Συνεπώς, το σκουλήκι της αμφιβολίας/αμφισημίας, εχει τρυπώσει στη μικρή οικογένεια, και κάνει τη Σάγκα αλλά και τους θεατές ν’αναρωτιούνται : γέννησε φυσιολογικό παιδί αυτή η γυναίκα, ή μήπως κάτι άλλο; Και η αμφισημία ενισχύεται ακριβώς, λόγω της αόριστης εντύπωσης που σχηματίζουμε για το τρομερό βρέφος, ακούμε τους ανατριχιαστικούς ήχους που βγάζει όταν κοιμάται φερειπείν, βλέπουμε την αφύσικα τριχωτή πλάτη του, και το περίγραμμά του μέσα στο σκοτάδι, και βαθμηδόν μπαίνουμε στη θέση της Σάγκα, βλέπουμε το παιδί με τα δικά της μάτια (που δεν λαθεύουν απαραίτητα) κι αρχίζουμε να φοβόμαστε πραγματικά.Τί είναι αυτό το ον που αρνείται να φάει σαν άνθρωπος, έχει αλματώδη ανάπτυξη και ικανοποιείται μόνο όταν τρώει σαν αγρίμι; Είναι άραγε όλα αυτά, προϊόν μιάς εξουθενωμένης απ΄τον τοκετό διάνοιας, το παραισθητικό παραλλήρημα της νέας μαμάς η οποία φυσικά και δεν είναι προετοιμασμένη για όλα τα τραγελαφικά που ακολουθούν τη γέννηση ενός ανθρώπου ο οποίος εξαρτάται απολύτως από σένα, κρέμεται κυριολεκτικά πάνω σου, φυσικά και έχει φρικάρει εντελώς μ’αυτό που ζεί αν και όταν τα πράγματα έχουν βγεί εκτός ελέγχου πλέον, είναι ο σύζυγος που της λέει «δεν ξέρω αν φοβάμαι περισσότερο εσένα ή τον Κούρα (έτσι λένε το παιδί) ».
Σ’αυτό
όμως ακριβώς το σημείο, εντοπίζεται το δράμα αυτής της μάνας : όλοι, και εννοώ όλοι,
και ο τρομοκρατημένος Τζων, και η μάνα της (μια κακάσχημη γυναίκα, γιατρός στο
επάγγελμα και διδάσκουσα) και η ωραία, φίνα και πολύ ζουζουνίτσα αδελφή της (μητέρα
κι αυτή ενός μικρού κοριτσιού), κατηγορούν ευθέως για ό,τι συμβαίνει, τη Σάγκα.
Κανείς, δεν εξετάζει τους ισχυρισμούς της, δεν παρατηρεί το μωρό, δεν κάθεται ν’ασχοληθεί
σοβαρά με όσα τους λεει η εντελώς φρικαρισμένη μαμά, χρεώνοντας στην ιδια, όσα
κάνει το μωρό, με αποκορύφωμα τη σκηνή με το εκλεπτυσμένο gaslighting της
αδελφής της , η οποία της πετάει στα μούτρα (όταν καταφανώς έχει άδικο) : ”you
are the monster!” και ότι ανέκαθεν ήταν
μια εγωκεντρική που ήθελε όλοι ν’ασχολούνται μαζί της, σα να ήταν μόνο τα δικά της
συναισθήματα που έχουν αξία και λοιπά και λοιπά.
Δεν
υπάρχει χειρότερο απ΄το να είσαι θύμα, να ζητάς υποστήριξη και αναγνώριση των
ισχυρισμών σου, και ο περίγυρος να σε απομονώνει ή να προσπαθεί να υπονομεύσει
την αντίληψή σου, να σε βγάλει προβληματική εν ολίγοις «τίποτα δεν έχει το παιδί,
εσύ το ‘χεις το πρόβλημα» της λέει
και ο Τζων, παρόλο που την αμέσως προηγούμενη στιγμή το διαολόπαιδο τον είχε λούσει
με το φαγητό που επιχειρούσε να το ταϊσει. Και υπάρχει λόγος σοβαρός και
σοκαριστικός που ο μικρός απορρίπτει μετά βδελυγμίας το φαγητό που του δίνουν,
αλλά αυτά είναι προφανώς λεπτομέρειες επουσιώδεις για το περιβάλλον της Σάγκα.
Κανείς,
κανείς, δεν προετοιμάζει πραγματικά την έγκυο γυναίκα, για όσα θα υποστεί ούτε
κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά ούτε και μετά τον τοκετό (η επιλόχειος
κατάθλιψη καραδοκεί, και επιπλέον έχει γραφτεί πως απαιτούνται 5 χρόνια τουλάχιστον, για να επανέλθει πλήρως
ο οργανισμός της γυναίκας, μετά απ΄αυτή την ορμονική τρικυμία μέσα στην οποία κολύμπησε).
Αν
η πρώτη ταινία της Bergholm
αφηγείται
με τρομακτικό τρόπο, την θυελώδη συχνά σχέση, μιάς έφηβης με τη μητέρα της (και
δη, την απαιτητική μητέρα της),η δεύτερη
ταινια της, μας πηγαίνει ένα στάδιο πίσω : στις απαρχές της θεμελειώδους σχέσης
ανάμεσα στη μητέρα και το νεογέννητο
παιδί της, πώς εισπράττει η μητέρα το να βλέπει νυχθημερόν, ένα ανθρώπινο πλάσμα
που βγήκε κυριολεκτικά από μέσα της, ξεσκίζοντάς την, ένα πλάσμα άγνωστο στην
εξέλιξή του μεν, βαθιά και ριζικά οικείο όμως,
σάρκα από τη σάρκα της.Με ένα φινάλε με το οποίο οι οπαδοί της συνεπιμέλειας θα
φρίξουν, η Bergholm
δείχνει
να δίνει τη λύση στην αντίφαση που περιγράφουμε παραπάνω : η σχέση μάνας-παιδιού,
είναι ακατανίκητη και υπερτερεί όλων, ακόμη και απ’ τη σχέση πατέρα-παιδιού.



.png)
Σχόλια