Η μισάνοιχτη πόρτα
Τρομακτικότατη διαπλοκή της συγγραφικής δημιουργίας,των προσωπικών δαιμόνων, και των λαϊκών θρύλων για μάγισσες και στοιχειωμένους χώρους, είναι η πιό πρόσφατη ταινία του Ιρλανδού Damian McCarthy με τίτλο HOKUM, ο οποίος μας έχει χαρίσει άλλες δύο ωραιότατες δουλειές (Caveat το 2020 και Oddity το 2024), σκηνοθετώντας και γράφοντας και το σενάριό τους, κάτι που τήρησε και σ’αυτή την ταινία του.
Με
εξαιρετικό ήχο να προκαλεί απανωτές ανατριχίλες και μελετημένη χρήση των τρομακτικών σκηνών με εγγυημένα
αποτελέσματα, ο θεατής παρακολουθεί τρομοκρατημένος ήδη απ΄την εναρκτήρια
σκηνή, τον ευπώλητο συγγραφέα Ομ Μπάουμαν (πειστικός ο Adam Scott) να προσπαθεί να βάλει τελεία
επιτέλους, στην μυθιστορηματική του τριλογία. Και εκ πρώτης όψεως δείχνει να προχωράει
η ιστορία του πλησίστια στο φινάλε της. Γιατί γράφουμε; μόνο για «να διαβάσουμε
όσα ζήσαμε» ή και για άλλους, ανομολόγητους λόγους;
Ο
κύριος Μπάουμαν φερειπείν, που ταξιδεύει μέχρι το ξενοδοχείο στην Ιρλανδία όπου
οι γονείς του πέρασαν ευτυχισμένο μήνα του μέλιτος, μοιάζει σίγουρος για τον
εαυτό του, με την αυτοπεποίθηση (ή την εξάντληση) του ανθρώπου που έχει περάσει
απ ΄την κόλαση (της συγγραφής και των πέριξ αυτής καταστάσεων), έρχεται με το
αυτοκινητάκι και το λαπτοπάκι του να τελειώσει το μυθιστόρημά του αφενός, να
διασπείρει την τέφρα των γονιών του αφετέρου.Τι πιο ρομαντικό και τρυφερό,
απ΄το να κείτεται η τέφρα της μητέρας του δίπλα στου πατέρα του στη ρίζα αυτού
του εντυπωσιακότατου δέντρου; Δεν έχει όρεξη για πολλά πολλά ο κύριος
συγγραφέας μας, δεν ήρθε άλλωστε στην Ιρλανδία για δημόσιες σχεσεις και οι
κρούσεις απ’τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου όπου καταλύει (εξαίρετοι οι Peter Coonan και
Will O’ Connell – ο
επί της υποδοχής και γαμπρός του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, Μαλ και ο bellboy
ονόματι
‘Αλμπι, αντιστοίχως) δεν έχουν καλή κατάληξη, ιδίως στην περίπτωση του ‘Αλμπι ο
οποίος ακούει τη συμβουλή του μεγαλου συγγραφέα : ˝You need thicker skin than that, if you wanna make it as a writer”. Εικάζουμε ότι η υπόρρητη ειρωνεία
με την οποία ντύνει τα λόγια του ο Μπάουμαν, καθώς ακούει τις τρομακτικες
ιστοριες για την ύπαρξη μιάς μάγισσας
η οποία έχει στοιχειώσει τη νυφική σουίτα του ξενοδοχείου,και η γενικότερη cool στάση
του (όσο κι αν κι ο ίδιος ο Ομ, εκτός του θεατή, έχει χοροπηδήσει από τρομάρα),
είναι τα δικά του όπλα έναντι αυτών των ιστοριών που ακούει ένθεν κι ένθεν.
Μάγισσες, στοιχειώματα και αηδίες, σκέφτεται ίσως ο Μπάουμαν, αγνοώντας (ή
στριμώχνοντας σε μία ακρούλα του μυαλού του) ότι τα φαντάσματα είναι «η εξωτερικευση ενός εσωτερικού φόβου» ή
εν προκειμένω, των προσωπικών δαιμόνων που μας στοιχειώνουν το μυαλό, αυτό το κάστρο με τα πολλά δωμάτια, τις
στριφογυριστές σκάλες και τα ανήλιαγα υπόγεια.
Είναι εξαιρετική η διαπλοκή της προσωπικής…τραγωδίας που στοιχειώνει τον κύριο συγγραφέα με την τρομακτική ιστορία περί της ύπαρξης μιας φοβερής μάγισσας− η σκηνή με τον αχώνευτο γέρο ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, κύριο Κομπ (ο Brendan Conroy είναι πειστικότατος) να κατατρομοκρατεί δύο δίδυμα αγοράκια αφηγούμενος την ιστορία της μάγισσας, της Cailleach, όπως την αποκαλεί η λαϊκή παράδοση στην Ιρλανδία, είναι απολαυστικότατη− διότι ο Μπάουμαν μοιάζει να διαθέτει το κατάλληλο «υπόβαθρο» ώστε ο τρομακτικός θρύλος να πάρει σάρκα και οστά, προσφέροντας στον κύριο Μπάουμαν μια αξέχαστη εμπειρία. Αυτό το οποίο κάνει την ταινια του McCarthy όμως τόσο τρομακτική, είναι ότι ενώ προς στιγμήν μοιάζει να κατευθύνει την ιστορία του σε πιο…προβλέψιμα μονοπάτια (τα πρόσωπα του δράματος εκμεταλλεύονται τον τρομακτικό θρύλο προκειμένου να καλύψουν τις δικες τους ατασθαλίες), τελικώς τραβάει τον τρόμο στα άκρα, δίνει πνοή στην απλή φήμη, και καθιστά αυτό που όλοι επικαλούνται με έναν υποδόριο φόβο, απτό, χειροπιαστό, όπως απτά είναι και τα σημάδια στα χέρια του κυρίου συγγραφέα, μετά τη «δοκιμασία» στην οποία υποβάλλεται στην καταπληκτική σεκάνς στον υπόγειο λαβυρινθο του ξενοδοχείου, όπου ο Μπάουμαν, πέφτει ακριβώς στην παγίδα που πιθανότατα πέφτουν και οι αναγνώστες του, και προσπαθεί να ικανοποιήσει την περιέργειά του, η οποία έχει αρκούντως ερεθιστεί απ΄τις τρομακτικες ιστορίες που ακούει.
Φυσικά
η θεμελειώδης συνθήκη εντός της οποίας ταλανίζεται και ο θεατής και ο ταλαίπωρος
κύριος Μπάουμαν, η αμφισημία-αμφιβολία
έχει ήδη τεθεί: είναι αληθινά και υπαρκτά όσα
τρομακτικά βιώνει ο Ομ, ή μήπως εκείνα τα παραισθησιογόνα μανιτάρια των οποίων ένθερμος
συλλέκτης και καταναλωτής είναι ο Τζέρι (ο πάντα απολαυστικός David Wilmot) έκαναν τη ζημιά τους στο μυαλό του
και του παρουσιάζουν πράγματα και όντα που δεν υπάρχουν; Εν ολίγοις το τελευταίο
15λεπτο, όπου παραλύουμε απ΄τον τρομο και εμείς και ο Μπάουμαν, μήπως τελικώς, ήταν
αποκύημα της υπό την επήρρεια των παραισθησιογόνων μανιταριών, φαντασίας του;
‘Οχι
μόνο τα φαντάσματα υπάρχουν, αλλά απαιτούν, όπως και οι ζωντανοί, ν’αποκατασταθεί
η όποια αδικία τελέστηκε σε βάρος τους, αλλιώς δε σταματάνε να μας καταδιώκουν.
Trivia
:
·
Οι σκηνές στην έρημο γυρίστηκαν στο Abu Dhabi, τα υπόλοιπα γυρίσματα έγιναν στο Cork της
Ιρλανδίας (γενέτειρα του σκηνοθέτη),Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2025. Το ξενοδοχείο
όπου συμβαίνουν όλα τα ανείπωτα, δεν υπάρχει, αλλά ο τρομερός υπόγειος λαβύρινθος
κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου για τις ανάγκες της ταινίας.
·
Η Sioux Carroll υποδύεται, εξαιρετικά, την
μάγισσα που έχει στοιχειώσει υποτίθεται, τη νυφική σουίτα του ξενοδοχείου.





Σχόλια