Το κενό στη θέση της καρδιάς
Εξαιρετική δουλειά, αποκλειστικά σε ασπρόμαυρο, είναι η
πιο πρόσφατη ταινία του François Ozon
με τον τίτλο L’ ETRANGER/ THE STRANGER, βασισμένη στ’ ομότιτλο,εμβληματικό μυθιστόρημα του Albert Camus
το οποίο κυκλοφόρησε το 1942.
Αν ο χρυσός
κανόνας περί μεταφοράς ενός λογοτεχνικού (αλλά και φιλοσοφικού) έργου στην
οθόνη, είναι ότι πρέπει να διαβάσεις μεν το βιβλίο, αλλά μετά να το πετάξεις
κανονικά απ΄το παράθυρο,ο Ozon
μάλλον τα κατάφερε και μας χάρισε μιά
τόσο ωραία ταινία η οποία κάνει τον θεατή να θέλει να (ξανα)διαβάσει το θρυλικό
έργο του Καμύ, το οποίο όπως λέει ο Σαρτρ «γράφτηκε για το παράλογο και κόντρα
στο παράλογο» στην κριτική του για τον Ξένο
ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του. Θεωρώ εξαιρετική επιλογή του σκηνοθέτη να
έχει ελάχιστα αφηγηματικά μέρη στην ταινία του και ν’αφήσει την τραγική
κατ’ουσιαν ιστορία του νεαρού Γάλλου Μερσώ να μιλήσει, να ξεδιπλώσει στην οθόνη
τον χαρακτήρα αυτού του ανθρώπου που διαπράττει το έγκλημα, μιά ανθρωποκτονία,
και «ήταν σα να χτυπούσα με τέσσερα
κοφτά χτυπήματα πάνω στην πόρτα της δυστυχίας» όπως λέει ο Μερσώ, κλείνοντας η
φράση του υπέροχα το 1ο μέρος
του μυθιστορήματος.
Τα υπέροχα ασπρόμαυρα πλάνα (η φωτογραφία είναι του Manuel Dacosse),
που μας μεταφέρουν στο Αλγέρι του 1930, έχουν στο κέντρο τους τον έξοχο στο
ρόλο του Μερσώ, Benjamin Voisin, ο οποίος πλήρως ενσωματωμένος στον χαρακτήρα που
ενσαρκώνει, ζωντανεύει αυτόν τον βασικά, θεμελειωδώς και ουσιαστικά αδιάφορο άνθρωπο ο οποίος όμως,πιστεύει
ανυποχώρητα πως δεν πρέπει να λέμε ψέμματα,
ποτέ, και να μην σκαρώνουμε φάρσες, όπως λέει εν κατακλείδι, στη σκηνή στη
φυλακή, όπου η ωραία ερωμένη του, Μαρί Καρντονά, τον έχει επισκεφθεί και της
αφηγείται μια απίστευτη ιστορία.
Ο Μερσώ, είναι ασύγγνωστα ίσως, και εκνευριστικά
μερικές φορές, αναίσθητος− είναι
κομβικής σημασίας θα έλεγα,η σκηνή στο νεκροτομείο του Οίκου ευγηρίας όπου
βρίσκεται η νεκρή μητέρα του, όπως και η συγκλονιστική σκηνή ενώ η πομπή
βαζίζει προς το νεκροταφείο, και ο αρραβωνιαστικός της μητέρας του, κύριος
Περέζ, σωριαζεται κυριολεκτικά, μπροστά στον εξοργιστικά ασυγκίνητο Μερσώ, ο
οποίος δεν αντιδρά…κοιτάζει απλώς με απορία τον ηλικιωμένο άνδρα που καταρρέει
ενώπιόν του και συνεχίζει να περπατάει προς το νεκροταφείο, θα τον βοηθησει η
νοσοκόμα που έχει συνοδό, θα τον βοηθήσει ο διευθυντής του γηροκομείου, δεν
τρέχει και τίποτα. Σε όλη την ταινία, όπου παρακολουθούμε την ήρεμη
καθημερινότητα του Μερσώ, μέχρι να συμβεί το μοιραίο και ανατρεπτικό του βίου
του, έχουμε την ευκαιρία (με τη βοηθεια της θαυμάσιας ερμηνείας του Voisin) να παρατηρήσουμε αυτόν τον άνθρωπο.
Χαμηλών τόνων, ολιγομίλητος, και μάλλον με το βλέμμα
στραμμένο διαρκώς προς τα μέσα, ο
Μερσώ δείχνει ν’αντιμετωπίζει τα πάντα με μία σοκαριστική ψυχραιμία : είτε όταν
λαμβάνει το τηλεγράφημα για τον θάνατο της μητέρας του, είτε όταν πηγαίνει
τελικώς στο γηροκομείο προκειμένου να παρευρεθεί στην κηδεία της. Η στάση του,
είναι εντελώς ψυχρή, σα να βρίσκεται εκεί ως απεσταλμένος κάποιου άλλου, σα να
μην τον αφορά προσωπικά όλο αυτό που εκτυλίσσεται ενώπιόν του. ‘Εχουν τη
σημασία τους οι λεπτομέρειες στην ταινία του Ozon, φερειπείν η ενοχλητική λάμπα που καίει αμείλικτα στο
δωμάτιο όπου βρίσκεται το φέρετρο της μητέρας του Μερσώ, είναι το ίδιο
εκτυφλωτική όπως ήταν κι ο ήλιος, εκείνη τη μοιραία μέρα, τη μέρα με την αφόρητη
ζέστη, όπου συνέβη το έγκλημα.
Είναι επίσης κομβικής σημασίας (ιδίως εν όψει της
σύνδεσής τους, με το τελευταίο 45-λεπτο της ταινίας, όπου πλέον παρακολουθούμε
ένα δικαστικό δράμα, με την εύστοχη ερώτηση-διαμαρτυρία του συνηγόρου
υπεράσπισης του Μερσώ, να κυριαρχεί : «με ποιό δικαίωμα η κοινωνία τιμωρεί έναν
άνθρωπο επειδή δεν κλαίει; »), διότι το ουσιώδες στην επ’ακροατηρίω διαδικασία
της δίκης για το έγκλημα που κατηγορείται ο Μερσώ, είναι πως παρατηρούμε μιά
μετατόπιση απ΄το τί έκανε, στο τί χαρακτήρας είναι, και όλα δειχνουν
πως κατ’ ουσίαν ο Μερσώ δεν δικάζεται επειδή φόνευσε έναν Αραβα, «ούτε ο πρώτος
είσαι, ούτε ο τελευταίος που σκοτώνει Άραβα» του λέει ο δικηγόρος του, στην
ουσία σε δικάζουν για αυτό που είσαι, του
λέει. Για το ότι δεν θρήνησε φωνακλάδικα τον θάνατο της μητέρας του,για το ότι
αντί να είναι ράκος όπως θα έπρεπε να είναι, επειδή ακριβώς έχασε
τη μάνα του, αυτός ο αναίσθητος προτίμησε την επόμενη της κηδείας να πάει για
μπάνιο με τη νέα του ερωμένη, και μετά σινεμά, και μετά, οποία ντροπή, να
επιστρέψει μαζί της στο δωμάτιό του για τα…περαιτέρω.
Καθόλου τυχαία, αυτή η σύνδεση της συμπεριφοράς του
Μερσώ, της γενικότερης στάσης του ενώπιον του θανάτου της γυναίκας που τον
έφερε στη ζωή (αυτή τη ζωή που μοιάζει να την παρατηρεί απορημένος) και του
εγκλήματος που ακολούθησε, γίνεται επίμονα απ΄τον κύριο εισαγγελέα ( ένας
γλαφυρότατος Nicolas Vaude),και δε μπορούμε να μη σκεφτούμε πόσο ολισθηρό
μονοπάτι ανοίγει το Ποινικό Δίκαιο όταν απαιτεί ,προκειμένου να καταλογιστεί
σ’ενοχή του δράστη συγκεκριμένη πράξη, να υπάρχει σύνδεση με τον εσωτερικό του
κόσμο, να επικαλύπτεται η
αντικειμενική υπόσταση της πράξης του, απ΄την υποκειμενική, την πρόθεση ή την
αμέλειά του. Η ειλικρίνεια όμως του Μερσώ, και η ανυποχώρητη άρνησή του, να
παίξει το παιχνίδι (της ευρύτερης κοινωνίας ,αλλά και της μικροκοινωνίας του
δικαστηρίου) φαίνεται πως παίζει καθοριστικότατο ρόλο στην καταδίκη του, και
πλανάται το ερώτημα αν τελικώς ο Μερσώ καταδικάστηκε επειδή σκότωσε έναν
άνθρωπο, ή επειδή στην κηδεία της μαμάς του δεν έκανε ό,τι κάνει όλος ο κόσμος όταν χάνει τη μάνα του ;
Είναι κομβικής σημασίας και χαρακτηριστικότατη η σεκάνς
στην αίθουσα του γηροκομείου όπου βρίσκεται το φέρετρο της νεκρής μάνας του
Μερσώ. Ο νεαρός, εκτός του ότι μοιάζει μπαϊλντισμένος απ΄την αφόρητη ζέστη, και
την αυπνία, βλέπει ξαφνικά μια ορδή από ηλικιωμένους να μπουκάρουν στην
αίθουσα, και να παίρνουν τη θέση τους στις καρέκλες που τοποθέτησε εκεί ο
υπάλληλος του γηροκομείου γιαυτους. Χωρίς να ρωτήσει τον Μερσώ αν θέλει να
μπούν αυτοι οι άνθρωποι στο χώρο που βρίσκεται η μάνα του, θεωρώντας προφανώς
δεδομένη τη συναίνεσή του, μοιάζει με τον ενορχηστρωτή μιας μακάβριας
τελετουργίας, ο Μερσώ, θέλει δε θέλει, θα υποταχθεί στην πανίσχυρη κοινωνική δραματουργία όπου όλοι πρέπει
να δείχνουν συντετριμμένοι απ΄το θάνατο της μητέρας του Μερσώ, πόσο μάλλον ο
ίδιος ο Μερσώ. Η σκηνή είναι κατ’ ουσίαν κωμική μέσα στην τραγικότητά της− ο
Μερσώ παρατηρεί άγνωστες εντελώς σ’αυτόν φάτσες να στρογγυλοκάθονται απέναντί
του, μια γιαγιούλα μυξοκλαίει σα να της πάτησαν κάποιο αόρατο κουμπί, αλλά όπως
τον ενημερώνει ο ευγενικός και πολύ έμμεσα καταναγκαστικός υπάλληλος, «η μητέρα
σας ήταν η μοναδική της φίλη εδώ, τώρα δεν έχει κανέναν», λύθηκε το μυστήριο.
Κι αυτό το γραϊδιο που με κοιτάζει ( ; ) επίμονα και κοντεύει να πέσει απ΄την
καρέκλα ποιος είναι γαμώτο; γιατι με κοιτάζει; με ξέρει;
Ο περίφημος άτυπος
κοινωνικός έλεγχος όπως λένε οι κοινωνιολόγοι, οπτικοποιείται επιτυχώς και
σ’αυτή τη σκηνή, αλλά και στο pariso
της, του θεσμοθετημένου κοινωνικού
ελέγχου, στο δικαστήριο, όπου η ζωή και οι συνήθειες του Μερσώ, αναλύονται,
αποκαλύπτονται και κρίνονται. Λόγια, πράξεις, που προηγήθηκαν του εγκλήματος,
υποκύπτουν στη θεμελειώδη αρχή της δημοσιότητας της ποινικής δίκης,και
λαμβάνουν άλλο νόημα, ξαφνικά γινονται συσχετισμοί και εξάγονται συμπεράσματα,
που σε άλλο πλαίσιο θα τα έτρωγε η λήθη. Το ακροατήριο (που συμπεριφέρεται σα
να παρακολουθεί θεατρική παράσταση) μαθαίνει τα προσωπικά δεδομένα του Μερσώ.
Του Μερσώ, που δεν φοβάται καθολου να πεί στον κύριο
Πρόεδρο του δικαστηρίου, ότι «περισσότερο κι από μετάνοια για την πράξη μου,
νιώθω ανία» και σείεται το
ακροατήριο. Ο Μερσώ, αρνείται να πεί ψέμματα, αρνείται να καταθέσει…βολικά
πράγματα που θα τον απαλλάξουν, αρνείται. Παρακολουθεί την ακροαματική
διαδικασία σα να έχει εξωσωματική εμπειρία, με το ενδιαφέρον όμως του ανθρώπου
που δεν έχει ξαναπαρακολουθήσει δίκη, άλλωστε ήθελε ανέκαθεν να παρακολουθήσει
μιά δίκη,κανείς όμως, ούτε καν αυτός ο συνήγορος υπεράσπισής του, ουτε και ο
Πρόεδρος που δείχνει να ενδιαφέρεται ειλικρινά να καταλάβει το κίνητρο της
κολάσιμης πράξης του, να μπορέσει να τον
καταλάβει για να τον κρίνει δίκαια, δεν σκέφτονται πως αυτή ακριβώς η
αδιαφορία-αναισθησία, ίσως είναι ο δικός του τρόπος (του Μερσώ), να διαχειριστεί
την απώλεια της μητέρας του.
Δεν πενθείς με τον προσήκοντα τρόπο, μοιάζουν να του
λένε όλοι, δικαστές και μη, γιαυτο σε τιμωρούμε, επειδή δεν κάνεις αυτό που
κάνουν όλοι, επειδή δεν είσαι όπως απαιτεί η κοινωνία να είσαι, επειδή είσαι ο
εαυτός σου.
Και δεν του χαρίζεται ούτε καν όταν ήδη έχει
καταδικαστεί στην εσχάτη των ποινών, και περιμένει σ’ένα κελί μόνος, τη μέρα
του θανάτου του. Το τραγελαφικό βεβαίως,υπάρχει και σ’αυτή τη σκηνή : έπρεπε να
καταδικαστεί σε θάνατο,για να σκοτώνει
ενδελεχώς τον άπειρο χρόνο του έως την εκτέλεσή του, μόνος του σε κελί, κι όχι
με καμία σαρανταριά άλλους κρατούμενους, τώρα που θα τον ξεπαστρέψουν, τώρα
ξαφνικά το Κράτος γίνεται γαλαντόμο και του παρέχει αυτά που θα πρεπε να τα
έχουν όλοι οι κρατούμενοι.
Ο πανίσχυρος κοινωνικός έλεγχος λοιπόν, ενσαρκώνεται
αυτή την ύστατη ώρα, στο πρόσωπο του ιερέα που τον επισκέπτεται. Και είναι
πραγματικά εξοργιστική η επιμονή του, να κάνει τον Μερσώ, που δεν έχει καμία
σχέση με το Θεό, να πιστέψει, να δεί
όπως είδαν κι άλλοι που δεν πίστευαν, όπως τον διαβεβαιώνει ο ιερέας. Αυτή η
επιμονή του, σα να προσπαθεί να τον προσυλητήσει, με το στανιό να τον κάνει να δεχτεί την επίσκεψή του,
προκαλεί ακόμη μεγαλυτερη αγανάκτηση, και είναι απολύτως δικαιολογημένη η
οργισμένη επίθεση του Μερσώ εναντίον του− αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνω,
αναπότρεπτα και αμετάκλητα, αφού δεν πρόκειται να τη γλυτώσω, ίσως σκέφτεται ο
μελλοθάνατος Μερσώ, θα τα πω ένα χεράκι σ’αυτόν τον φορτικό ηλίθιο που με
ενοχλεί τις τελευταίες μου ώρες, εν ονόματι του Θεού, όχι δεν θα του κάνω τη
χάρη.Ο Μερσώ πετάει στα μούτρα του ιερέα τον έσχατο μηδενισμό του, τίποτα και
κανείς δεν έχει σημασία, δίνε του παπά δεν έχω καμία διάθεση να ξοδέψω τις
τελευταίες ώρες μου με τον Θεό σου, του λέει.
Για άλλη μια φορά, το παράλογο τρυπώνει : το τελευταίο πλάνο κλείνει στο πρόσωπο του
Μερσώ, που μοιάζει να χαμογελάει ευτυχισμένος, αυτός ο καταδικασμένος σε θάνατο
δι’αποκεφαλισμού. Κόντρα στις στρατιές των ανθρώπων που πορεύονται σαν πειθηνια
στρατιωτάκια σ’έναν βίο αξιοθρήνητο, κόντρα στον εργοδότη του που του είπε πως
«το ότι δεν έχεις φιλοδοξίες, κάνει ζημιά στη δουλειά», εκεί, περιμένοντας στη
σιωπή τον θάνατό του, καταλαβαίνει επιτέλους τη μητέρα του, αυτός που τον
χαρακτήρισαν τέρας επειδή δεν έκλαψε στην κηδεία της.
Trivia :
·
Γυρίσματα έγιναν
στο Μαρόκο τον Απρίλιο του 2025. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ
Βενετίας 2025, όπου ήταν υποψήφια για
τον Χρυσό Λέοντα. Η εξαίρετη φωτογραφία του Dacosse βραβεύθηκε με το Lumiere Καλύτερης
Φωτογραφίας τον Ιανουάριο του 2026, αλλά και ο Voisin για την ερμηνεία
του, με το Lumiere Καλύτερου Ηθοποιού. Ο Voisin (29 ετών) έχει
υποδυθεί τον σεφ Marie-Antoine Careme, στη σειρά Careme
του 2025.
·
Εξαιρετικοί είναι
και οι Denis Lavant, Pierre Lottin
στους ρόλους του Σαλαμανό και Ρεημόν
Σιντ, αντιστοίχως.
·
Η υποβλητικότατη
μουσική της ταινίας είναι δουλειά της μουσικής παραγωγού-καλλιτέχνιδος απ΄το
Κουβέϊτ, Fatima Al Qadiri. Στους τίτλους
τέλους ακούγεται το τραγουδι των Cure, Killing An
Arab, που κυκλοφόρησε στις 22-12-1978, εμπνευσμένο απ΄το
θρυλικό μυθιστόρημα του Καμύ. Ηταν το πρώτο single του συγκροτήματος,
το οποίο προκάλεσε μεγάλο σούσουρο λόγω του ότι κατηγορήθηκε πως προωθεί τη βία
εναντίον των Αράβων. Ο τραγουδιστής της μπάντας Robert Smith
υπεραμύνθηκε του τραγουδιού, και
απέδωσε τις βλακώδεις κατηγορίες στην άγνοια των επικριτών αναφορικά με το τι
ακριβως πραγματεύεται το βιβλίο απ’το οποίο εμπνεύστηκε το τραγούδι. Σ’ένα
άρθρο του στα 1978,το περιοδικό NME χαρακτηρισε
το τραγούδι ˝at first glance
irresponsibly racist”. Παρόλ’ αυτά το
2003 δήλωσε ότι καλύτερα να είχε δώσει τίτλο ″Standing On
The Beach” ώστε ν’απέφευγαν
τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν.
·
Το 1967 ο L.Visconti
μετέφερε στη μεγάλη οθόνη το μυθιστορημα
με τον M.Mastroianni
στο ρόλο του Μερσώ.





Σχόλια