Οι μηλιές και τα μήλα
Τρείς ιστοριούλες που διαδραματίζονται σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, και παρουσιάζουν την συχνά κωμικοτραγική συνθήκη που ορίζει τις σχέσεις γονέων-παιδιών, είναι η τελευταια δουλειά του αγαπημένου Jim Jarmusch, με τον εύγλωττο τίτλο FATHER MOTHER SISTER BROTHER , σε σενάριο του σκηνοθέτη. Περιεκτικότατες και λιτές, με εξαιρετικές ερμηνειες (ιδίως οι ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τα πρόσωπα της πρωτης ιστορίας), δεν βρίθουν εκρήξεων και συγκρούσεων,όπως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε άλλες ταινιες με θέμα τους τις οικογενειακές σχέσεις και τα δράματα πέριξ αυτών ή εντός τους. Εδώ δεν βλέπουμε οδυρόμενους χαρακτήρες,δεν ακούμε αγριεμένες φωνές και βρισιές, δεν υπάρχει καποια σκηνή η οποία οδηγεί στην κορύφωση το οικογενειακό δράμα και τις προβληματικές σχέσεις των μελών της οικογένειας στο λυτρωτικό ξεκαθάρισμα, και ίσως αυτή ακριβώς η χαμηλών τόνων απεικόνιση να κάνει την ταινια πιο επιδραστική σε βάθος χρόνου.
Νιού Τζέρσεϊ, Δουβλίνο και Παρίσι, είναι οι τόποι όπου
ο σκηνοθέτης επέλεξε να στήσει τις οικογενειακές ιστοριες του, και είναι
εντελώς αξιοσημείωτος και με σημειολογικό βάρος, ο τρόπος που το κάνει : και
στις 3 ιστορίες, βλέπουμε παιδιά πάνω σε skateboards να
περνάνε μπροστά απ ΄τους πρωταγωνιστές της κάθε ιστορίας. Στην 1η
και 2η ιστορία, παρατηρούμε μια χρωματική ομοιότητα στα ρούχα των
γονιών και των παιδιών τους. Και στις 3 ιστορίες, ένα ρολόϊ Ρόλεξ (του οποίου η
γνησιότητα ελέγχεται) κοσμεί το χέρι είτε του γονέα (στην 1η
ιστορία) είτε κάποιου εκ των τέκνων (στη 2η και 3η
ιστορία).
Αμηχανία απερίγραπτη (ιδιως στην φοβερή πρώτη ιστορια
με τον, κατά πως φαίνεται, εντελώς αναξιόπιστο πατέρα που τον υποδύεται
πειστικότατα ο Tom Waits), η οποία μοιάζει εντελώς αφύσικη θα έλεγα και
παράξενη δεδομένου ότι μιλάμε για σχέσεις που κατά τεκμήριο τουλάχιστον,
διαπνέονται από οικειότητα/ τρυφερότητα/αγάπη.
Αρκεί να παρατηρήσει κανείς πολύ προσεκτικά την, εκπληκτική, Mayim Bialik της 1ης ιστορίας, που υποδύεται την Έμιλυ- κόρη του χαρακτήρα που ενσαρκώνει ο Waits, και συμπεριφέρεται σα να επισκέφθηκε τον λογιστή της/οικογενειακό σύμβουλο/νοικάρη της κλπ. Μια παγωμάρα, συναισθηματική τσιγκουνιά, διστακτικότητα διαπνέει τη στάση της, αλλά και του αδελφού της (που τον υποδύεται ο Adam Driver). Αμφότεροι μοιάζουν σα να τους σήκωσαν άρον-άρον να κάνουν αγγαρεία, αλλά είναι πολύ ευγενικοί για ν’αρχίσουν να βριζουν ενώ πηγαίνουν μεσα στο κρύο και το χιόνι να επισκεφτούν τον πατέρα τους, ο οποίος μάλλον έχει τα χάλια του.
Το εναρκτήριο πλάνο αυτής της ιστορίας, είναι
χαρακτηριστικό : το αυτοκίνητο του Τζεφ/ Driver πηγαίνει σε δρόμο
που ξεπετάγονται προειδοποιητικές πινακίδες : DO
NOT
ENTER
και
WRONG ROAD. Η κάθετη σήμανση του δρόμου σαρκάζει και μοιάζει να
θέλει να πεί κάτι στα δύο αδέλφια που κατοικούν μακριά απ΄τον πατέρα τους,
έχουν τις δικές τους ζωές και σκοτούρες,είναι αλλού σωματικά και συναισθηματικά, όσο κι αν προσπαθούν με μια
διαχυτικότητα της πλάκας, να πείσουν τους εαυτούς τους περί του αντιθέτου. Και
αυτή η πρώτη ιστορία αλλά και η δεύτερη, με την διάσημη και ευπώλητη συγγραφέα
(που υποδύεται ωραιότατα η Charlotte
Rampling), απεικονίζουν την υποκρισία που ζεί και βασιλεύει εντός
της οικογένειας.
Τα παιδιά και στις 2 ιστορίες, μοιάζουν να φοράνε ένα
ανεπαίσθητο προσωπειο, είτε για να κρύψουν την λύπηση που ενδεχομένως νιώθουν
για τον γονιό τους (όπως στην πρώτη ιστορία) είτε επειδή θελουν να κρύψουν
απ΄τα μάτια του γονιού τους που όλα τα διαισθάνεται, το ότι αυτά τα ίδια και ο
βίος τους, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του αξιοζήλευτου βίου (κατά τα κριτήρια
του γονέα πάντα), όπως βλέπουμε να συμβαίνει με το ένα εκ των δύο παιδιών, στη
2η ιστορία: η κόρη της διάσημης συγγραφέως Κάθριν Ράσελ, Λίλιθ (την
υποδύεται η Vicky Krieps) σκαρφίζεται κάτι προκειμένου να μην καταλάβει η
μητέρα της πως τα οικονομικά της είναι για λύπηση. Ναι μένει κι αυτή όπως και η
πετυχημένη επαγγελματικά αδελφή της Τιμοθέα (η πειστικότατη Cate Blanchett)
στο Δουβλίνο για να βρίσκονται κοντά στη μητέρα τους, αλλά στην ουσία οι τρείς
γυναίκες βλέπονται μόνο μια φορά το χρόνο. Ασχέτως αν τηλεφωνιούνται τακτικά,
πρόσωπο με πρόσωπο έρχονται μόνο μια φορά το χρόνο και «κρύβονται» πίσω από
τ’αρωματικά τσάγια και τα λαχταριστά συνοδευτικά εδέσματα που τους προσφέρει η
μητέρα τους, στο κομψό σπίτι της. Το ότι και σ’αυτή την ιστορία και στην πρώτη,
ο γονέας έχει μια κρυφη πλευρά, κάθε άλλο παρά κολακευτική για τον ίδιο, την
οποία πλευρά αγνοούν τα παιδιά του, είναι το βασικό στοιχείο που προσδίδει
σ’αυτές τις ιστορίες μια τραγικότητα απ ΄την οποία δυστυχώς δεν μπορούν να ξεφύγουν – η…τσογλανιά
που επιδεικνύουν οι γονείς της πρωτης και δεύτερης ιστορίας, είναι ένα στοιχείο
το οποίο, καλώς ή κακώς, υπάρχει και αν τα παιδιά το γνώριζαν, θα έκαναν τί
ακριβώς; θα διέγραφαν τους γονεις τους απ΄τη ζωή τους; Θα υποκρίνονταν πως
αυτοί πέθαναν και τους κατάπιε η λήθη; Ασχέτως αντίδρασης από μερους τους, ο
πατέρας της πρώτης ιστορίας, είναι υποκριτής και δουλεύει τα παιδιά του
κανονικότατα, η μητέρα της δεύτερης ιστοριας είναι επίσης υποκρίτρια, και
μοιάζει να συμπεριφέρεται βάσει σχεδίου και…συνταγής γιατρού, και οι γονείς της
τρίτης ιστοριας (που στοιχειώνουν τις ζωές των παιδιών τους, όντες πεθαμένοι)
είχαν κι αυτοί τα δικά τους μυστικά. Υπάρχει μια κατηγορικότητα σ’αυτές τις πτυχές του χαρακτήρα των γονέων, είναι
εκεί,σκιάζουν τη σχέση τους με τα παιδιά τους, τα οποία δεν μπορούν να κάνουν
τίποτα επ΄αυτού, θα το λουστούν και θα συνεχίσουν τη ζωή τους. Το ότι οι ίδιοι,
ενδεχομένως αξίωναν απ’ τα παιδιά τους διαφάνεια
σε ό,τι έκαναν, είναι απόρροια της…δυσυμετρείας εντός της οικογένειας : οι
γονείς είναι ένα σκαλί (ή πολλά σκαλιά) παραπάνω απ ΄τα παιδιά τους.
Εν πάσει περιπτώσει, αυτοι οι γονείς τους έτυχαν,
άλλωστε τους συγγενείς σου δεν τους
διαλέγεις. Αυτό που διαλέγεις ίσως, είναι πώς θα σταθείς απέναντί τους.
Trivia :
·
Η ταινία βραβεύθηκε
με τον Χρυσό Λέοντα, στο Φεστιβάλ Βενετίας του 2025.
·
Τα γυρίσματα έγιναν
σε Παρίσι, Δουβλίνο και Νιου Τζέρσεϊ (δυτικό Milford).







Σχόλια