Αεράκι του μεσημεριού

 


Ακαταμάχητη απεικόνιση του εκτυφλωτικού θέρους και της νεότητας που διαβαίνει το κατώφλι της ενηλικίωσης, αποτελεί η ταινία-σκηνοθετικό ντεμπούτο της Καναδής κινηματογραφίστριας Durga Chew-Bose με τον τίτλο BONJOUR TRISTESSE (η 2η μεταφορά στην οθόνη του ομότιτλου μυθιστορήματος της Francoise Sagan,με το οποίο έγινε πασίγνωστη εν μια νυκτί).

Η εξαίρετη πλανοθεσία-φωτογραφία του Maximilian Pittner αποδίδει ωραιότατα αυτή την αίσθηση της ραστώνης, της ανεμελιάς και της χαλαρότητας κάτω απ΄τον λαμπερό ήλιο του καλοκαιριού, στην Γαλλική Ριβιέρα όπου η μόλις 17 ετών Σεσίλ περνάει τις διακοπές της με τον πατέρα της Ρέημοντ και την τωρινή σύντροφό του, ‘Ελσα. Οι πειστικοτατες ερμηνείες του καστ, με προεξάρχουσα αυτό το πανέμορφο κορίτσι, την Lily McInerny, συμβάλλουν τα μάλα στην επιτυχία της ταινίας, όπως επίσης και ο διάχυτος…αναχρονισμός (με φωτεινή εξαίρεση τα smartphones που κάνουν την εμφάνισή τους σποραδικά), ατμόσφαιρα δεκαετίας 1960, κάνουν τη δουλειά της Bose μια πολύ αξιοπρόσεκτη μεταφορά του θρυλικού βιβλίου, και το αναζωογονούν καθοριστικά. Είναι αυτό το δροσερό, λυγερόκορμο κορίτσι που θρηνεί σιωπηλά (εδώ και 12 χρόνια) για την απώλεια της μητέρας του, ξέρει όμως να κρύβει αποτελεσματικά τον πόνο της πίσω από την ανεμελιά, και την νεανική αναίδεια. Η έφηβη Σεσίλ, υποτίθεται πως έχει σκοπό να μελετήσει εντατικά εκεί στην υπέροχη βίλα όπου περνάει τις θερινές διακοπές της, αλλά όλα, άνθρωποι και περιβάλλον, συνομωτούν για το αντίθετο θα λέγαμε: απ΄τον γοητευτικό πατέρα της (εξαίρετος για άλλη μιά φορά, ο Claes Bang) Ρέημοντ, ο οποίος είναι, ο ιδανικός γονιός – μη παρεμβατικός σε ανησυχητικό βαθμό, επιτρέπει στην κόρη του να καπνίζει, δείχνει ν’αδιαφορεί, ή εν πάσει περιπτώσει να μην ασχολείται επιδεικνύοντας αφόρητο πατερναλισμό, για την ερωτική ζωή της θυγατέρας του,μοιάζει περισσότερο με φιλαράκι της Σεσίλ, παρά με αυστηρό και προστατευτικό γονέα, την εμπιστεύεται πλήρως όπως δηλώνει, και γενικά φαίνεται να έχει μιά πολύ καλή σχέση με την κόρη του, ζωτικής σημασίας αυτή η σχέση για τον χήρο Ρέημοντ και την ορφανή από μητέρα, μικρή− μέχρι τον πεντάμορφο νεαρό (σαν Ρωμαϊκό άγαλμα, όπως παρατηρούν σε μιά σκηνή) Σίριλ (ο Aliocha Schneider), αλλά και η παντοδύναμη θάλασσα που τους καλεί συνέχεια στην αγκαλιά της, όλα συμβάλλουν στο να περνάει η Σεσίλ το ιδανικό καλοκαίρι, που στο δικό της μυαλό τουλάχιστον, δεν έχει καμία σχέση με βαριά, πειθαρχημένη μελέτη. Τί νόημα λοιπόν έχει ο θρυλικός τίτλος της ταινίας;



Γιατί θλίψη; Εκτός απ΄το προφανές πένθος που σκιάζει τον βίο της έφηβης Σεσίλ, ποιά άλλη θλίψη άραγε να την ταλανίζει; Στα ενήλικα (και κατά τεκμήριο μαθημένα απ΄τις καταιγίδες της ζωής) μάτια του πατέρα της και της τωρινής συντρόφου του ( η πολύ καλή Naila Harzoune) η Σεσίλ, η ολόδροση Σεσίλ με τα νιάτα της, την κορμοστασιά της που μπορεί να υποστηρίξει τα πιό μικρά νούμερα ρούχων,την ομορφιά της κι αυτή την ενοχλητική έπαρση ότι έχει άφθονο χρόνο στη διάθεσή της (και στον βίο της), και μπορεί να παραδοθεί χωρίς καμία ενοχή, στην αδράνεια και την απραξία, μοιάζει με μικρή κάμπια που ήδη ετοιμάζεται να δείξει τα υπέροχα φτεράκια της ως πεταλούδα πλέον. Η γλυκειά ‘Ελσα με την οποία η Σεσίλ δείχνει να έχει ιδιαίτερο δέσιμο (να την βλέπει άραγε σαν υποκατάστατο της αγαπημένης της μητέρας ; ) την παρατηρεί με τρυφερότητα, νοιάζεται πολύ για την κόρη του εραστή της, κανένας ανταγωνισμός, κανένα διφορούμενο βλέμμα, τίποτα το άβολο δεν βλέπουμε να διαμείβεται μεταξύ τους, όλα κυλούν ήρεμα και χαλαρωτικά για τους τρείς τους, μέχρι που φτάνει η στενή φίλη του Ρέημοντ, και της  πεθαμένης συζύγου του επίσης, η Άνν, σχεδιαστρια μόδας (μιά πολύ καλή Chloe Sevigny).

Ξαφνικά, κάτι αλλάζει στην αξιοζήλευτη ατμόσφαιρα της υπέροχης βίλας, ιδίως όταν αποκαλύπτεται ο αφανής λόγος για τον οποίο η Ανν, επισκέφθηκε τον Ρέημοντ και την κόρη του. «Δεν θα είμαστε πλέον 3, έρχεται και η φίλη μου η Ανν απόψε, να μείνει μαζί μας», ανακοινώνει ήρεμα ο Ρέημοντ στις δύο γυναίκες, αποφεύγοντας ( ; ) να δώσει μιά σαφή απάντηση στην κόρη του σχετικά με το πόσο θα μείνει μαζί τους η επισκέπτρια.

Όσο η Σεσίλ μοιάζει απορροφημένη απ΄το θερινό ειδύλλιό της με τον πανέμορφο Σίριλ, η Ανν αρχίζει να θυμίζει μαμά που ανησυχεί καθημερινά για την έφηβη κορούλα της.Εν μέσω πρωινού και χαρτοπαιξίας, η Ανν δίνει εμμέσως και γλυκά-γλυκά, συμβουλές στην κόρη του φίλου της, και το άγρυπνο μάτι της, βλέπει τα πάντα (και σίγουρα αντιλαμβάνεται τα πάντα, ακόμη κι αυτά που η ευειδής έφηβη, κρύβει κάτω από ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο). Διότι η Ανν δεν έχει επισκεφθεί τυχαία τον Ρέημοντ, καθόλου τυχαία δεν αποφάσισε να οδηγήσει 6 ώρες απ ΄το Παρίσι και να φτάσει εδώ στον γήινο παράδεισο, με την απέραντη θάλασσα που περιβάλλει το σπίτι, την απόλυτη ησυχία και το έξω των κήπων και της υπέροχης βεράντας να συνομιλεί με το μέσα της σκιερής δροσιάς και της άνεσης. «Εχετε αυτό το υπέροχο σπίτι ολόκληρο οι δυό σας, αυτό είναι σκάνδαλο» λέει στη Σεσίλ με το που φτάνει κατάκοπη απ΄την πολύωρη οδήγηση, και να τη τώρα να θαυμάζει με συγκρατημένη έκπληξη την υπέροχη τοποθεσία.

Τί θα μπορούσε να πάει στραβά σε τόσο ονειρεμένες διακοπές ; η Ανν (προμελετημένα ή όχι) δεν κάνει φανερά τα σχέδιά της αμέσως, ίσως ειχε συννεοηθεί με τον Ρέημοντ (ο οποίος είναι το…μήλον της έριδος, μεταξύ Σεσίλ και Ανν) να κρατήσουν χαμηλούς τόνους ώστε να μην αντιδράσει άσχημα η Σεσίλ, που να ΄ξερε η δόλια τι σχέδια έχει ο Ρέημοντ, κι αυτή η κομψή, χαμηλών τόνων κυρία που έχει τα μαλλιά της σ’έναν σφιχτό κότσο.




Καθώς πλησιάζουμε προς το φινάλε, και έχουμε ήδη παρακολουθήσει την…δολοπλοκία της έφηβης Σεσίλ αρχίζουμε ν’αντιλαμβανόμαστε το νόημα του τίτλου. Η νεανική απερισκεψία,η βιαστική ενέργεια που σκοτώνει τις δεύτερες σκέψεις και τις αναστολές, η υπερβολική αυτοπεποίθηση της νεαρής, ότι έλα μωρέ, ένα μικρό αστείο θα κάνω, δεν έγινε και τίποτα, και μετά θα είμαστε πάλι όπως πρώτα (δηλαδή, εγώ ο μπαμπάς και η αγαπημένη μου ‘Ελσα) συγκρούονται μετωπικά και με τραγικότατες συνέπειες, με τον απρόβλεπτο χαρακτήρα της ανθρώπινης αντίδρασης,τα πράγματα σπανίως πηγαίνουν ακριβώς όπως τα σχεδιάζουμε, ακριβώς όμως, με μηδενική απόκλιση απ’ το όραμά μας, και ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για μια ακόμη επιβεβαίωση αυτής της πικρής αλήθειας. Το τελευταίο πλάνο αυτής της τόσο καλαίσθητης ταινίας, είναι ενας μικρός θρίαμβος για την Ανν, την κατάξανθη ,ταλαντούχα σχεδιάστρια μόδας, επιστήθια φίλη του Ρέημοντ : το κατάξανθο κεφαλάκι γυρίζει προφίλ κι ο θεατής συνειδητοποιεί ποιάν βλέπει, να παρατηρεί θλιμμένα ή στοχαστικά, τον μικρόκοσμο που τιτιβίζει μπροστά της. Οι λέξεις και οι παρουσίες στη ζωή μας, έχουν τον τρόπο τους να μένουν μέσα μας στο διηνεκές, αυτόν τον τρόπο άλλωστε έχει το σώμα να κάνει αισθητή (και συχνά, απαραίτητη) την ύπαρξή του.

 



 

Trivia :

·        Τα γυρίσματα έγιναν στο Cassis της νότιας Γαλλίας. Το βιβλίο της, μόλις 18 ετών Sagan όταν το έγραψε, κυκλοφόρησε το 1954. Η πρώτη μεταφορά του στην οθόνη, έγινε το 1958, με σκηνοθέτη τον Otto Preminger, και τους : Deborah Kerr στο ρόλο της Ανν Λάρσεν, David Niven στο ρόλο του Ρέημοντ, και την Jean Seberg στο ρόλο της έφηβης Σεσίλ.

·        Ο Aliocha Schneider είναι αδελφός του επίσης ηθοποιού Niels Schneider.

·        Ο τίτλος του μυθιστορήματος, προέρχεται από το ποίημα του Paul Eluard, A peine Defiguree το οποίο ξεκινάει με τη φράση: «Αντίο θλίψη/ Καλημέρα θλίψη» .

 








Σχόλια