Το ξινόγαλα
Το πορτραίτο μιάς γυναίκας
δυστυχισμένης, παγιδευμένης στη ζωή που δεν επιθυμούσε, μας χαρίζει ο Mike Leigh με
την πιό πρόσφατη ταινία του με τον τίτλο HARD TRUTHS .
Η εκπληκτική Marianne- Jean Baptiste στον
πρωταγωνιστικό ρόλο της φοβικής,νευρωτικής, καταθλιπτικής και συνεχώς
εκνευρισμένης γυναίκας, της Πάνζι, μας χαριζει μια αβάσταχτη ερμηνεία,
ενσαρκώνοντας μια απολύτως δυστυχισμένη ύπαρξη, η οποία επιδιδόμενη σε συνεχείς
ψυχολογικές προβολές, προσπαθεί να
βάλει τάξη και να ελέγξει τον εαυτό της, συγυρίζοντας τις ζωες των άλλων, και
δη του συζύγου της και του μοναχογιού της, Μόουζες. Ο χαρακτήρας που υποδύεται
τόσο πειστικά η ηθοποιός − που ήταν επίσης απολαυστική στο ρόλο της αφοσιωμένης
γραμματέως στην παλιά καραβανα της CIA- πράκτορα Νέηθαν Μιούερ, σ’εκείνο το υπέροχο Spy Game− είναι απολύτως
αναγνωρίσιμος, και εκνευριστικά οικείος: μιά γυναίκα που έχει βάλει στον πάγο
και το σεντούκι της λήθης, τα προσωπικά της όνειρα για ευδοκίμηση (η Πάνζι,
εικάζουμε απ΄τα λεγόμενά της, ήθελε ν’αξιοποιήσει την κλίση της στα μαθηματικά)
και έχει «μεταμορφωθεί» με τα χρόνια, στην παιδονόμο του 22χρονου (και
υπέρβαρου) γιού της, αλλά και του συζύγου της. Και πώς αλλιώς άλλωστε, όταν οι
δύο άντρες του σπιτιού, στην ουσία τα περιμένουν όλα απ΄την ταλαίπωρη και τόσο
μα τόσο κουρασμένη (σωματικά ,αλλά κυρίως, ψυχολογικά) Πάνζι. «Ποιά μέρα της
μητέρας; Με δουλεύεις; Αυτοί σιγουρα θα περιμένουν να σηκωθώ αξημέρωτα για να
τους φτιάξω εγώ πρωινό, λόγω της Μέρας της Μητέρας» λέει αγανακτισμένη σε μια
σκηνή, στην αδελφή της, την single
mom Σαντέλ,
με τις 2 κόρες, και την εξουθενωτική δουλειά της κομμώτριας.
Η Πάνζι με την
μικροβιοφοβία, το μονίμως επικριτικό βλέμμα και σχόλια για τους άλλους, τη ζωη
τους, τις συνήθειές τους. Είναι χαρακτηριστικότατες οι τραγελαφικές σκηνές με
την μονίμως τσαντισμένη (στην ουσία, με το υπαρξιακό της αδιέξοδο) Πάνζι, η
οποία αρπάζεται λεκτικά με όποιον βρεθεί μπροστά της και της κάνει άθελά του,
τη ζωη δύσκολη : η υπάλληλος στο κατάστημα επίπλων, η γιατρός στο ιατρικό
κέντρο που πηγαίνει βαρυγκομώντας να εξεταστεί, η ταμίας στο σούπερ μάρκετ,
όλοι τ’ακούνε ένα χεράκι, απ΄αυτή την μονίμως ξινή γυναίκα, που δεν αντέχει τίποτα πλέον, και κανέναν, ούτε καν
τους οικείους της, τον σύζυγο και το παιδί της. Βεβαίως η αμφιθυμία διαποτίζει ολη της τη συμπεριφορά απέναντί τους, μπορεί
να παραπονιέται γιαυτούς στην αδελφή της, να κατσαδιάζει τον υπέρβαρο (και ίσως
γιαυτό, εσωστρεφή και ολιγομίλητο) γιό της ότι κάθεται και σαπίζει στο δωμάτιό του μην κάνοντας τίποτα (κι έχοντας μετατρέψει
το χώρο του, σε αχούρι) αλλά δεν σταματάει (σαν καλή δούλα και κυρά) να
μαγειρεύει γιαυτούς, και να ξεθεώνεται καθημερινά καθαρίζοντας το σπίτι τους,το
δικό της σπιτι επίσης, το οποίο αυτοι οι δύο άχρηστοι κάνουν μονίμως σαν τα
μούτρα τους, διότι δεν σέβονται στην ουσία, τον κόπο αυτής της γυναίκας, της
τρίβουν στα μούτρα την απλήρωτη οικιακή
εργασία…
«Δε θα μαγειρέψεις δηλαδη;» τη ρωτάει σα να μη συμβαίνει τίποτα, ο σύζυγός της, και ευτυχώς ο Leigh, βάζει τον χαρακτήρα της Πάνζι να δώσει ένα περιποιημένο λεκτικό χαστούκι, στον μάλλον αμήχανο με όσα αντικρύζει, σύζυγο : «όχι, δεν θα μαγειρέψω» του απαντάει οργισμένη (και ποιά δε θα ήταν; ), «άμα θες φαϊ, ΝΑ ΚΑΤΣΕΙΣ ΝΑ ΜΑΓΕΙΡΕΨΕΙΣ ΕΣΥ!», και φυσικά το αρσενικό του σπιτιού, που έχει ανατραφεί με τη νοοτροπία «αν μαγειρεύει η γυναίκα, τρώμε, αν όχι, παραγγέλνουμε απ’ έξω», βρίσκει τη λύση, διατηρώντας την ίδια στάση : αμηχανία, ίσως και φόβος, και ανημπόρια να καταλαβει τι στο διάολο έχει πάθει η γυναίκα του, και φέρεται έτσι. Η Πάνζι ξάπλα στο κρεβάτι στις 6 το απόγευμα; ανήκουστο, τί πράγματα είν’αυτά; Τί εχει πάθει επιτέλους;
‘Ολα τα όχι που δεν έχει
πεί μιά ζωή η δυστυχής Πάνζι,και όλα τα ναί (ιδίως αυτό το κομβικό ναί του
γάμου της με τον Κέρτλεϊ) αρχίζουν να ξεπροβάλλουν τ’ατίθασα κεφαλάκια τους και
να της κάνουν το βίο κόλαση. «Φοβόμουν ότι θα κατέληγα μόνη μου, γιαυτό
παντρεύτηκα» ομολογεί στην αδελφή της,την μοναδική της συγγενή, αυτή τη γυναίκα
που παλεύει μόνη της, χωρίς κανέναν άντρα να την πρήζει και να της λεηλατεί τον
χρόνο.
Και να τώρα, πως αυτή η σκύλα η ζωή (της), της πετάει
καταπρόσωπο την επιλογή από φόβο, που έκανε, και κάνει την Πάνζι να μην αντέχει
τον άντρα που κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι μαζί της, τον άντρα που ζει στο ίδιο σπίτι,
που τρώει απ’τα ίδια πιάτα που τρώει κι αυτή, και κάθεται στους ίδιους
καναπέδες, τον άντρα με τον οποίο έκανε αυτόν το γιό, που αντιμετωπίζει και η
ίδια, με την ίδια επικριτική ματιά που κι εκείνη υφίστατο απ΄την δική της
μητέρα… Είναι αφόρητος ο χαρακτήρας που υποδύεται τόσο αφοπλιστικά η Baptiste, δεν αντέχεται, ακριβώς
επειδή είναι πολύ πιθανό κάποιοι/κάποιες από εμάς να είμαστε σαν την ταλαίπωρη
Πάνζι,να επιτρέψαμε στον απαίσιο φόβο να κάνει κουμάντο στη ζωή μας, και να την
πάει εκεί που ήθελε αυτός, στο διάολο δηλαδή, σίγουρα όχι εκεί που
ονειρευόμασταν. «Εσύ ήσουν η αγαπημένη κόρη της! Εσύ. Ακόμη και στον θάνατο,
εσένα προτίμησε. Γιατι έπρεπε να τη βρω εγώ έτσι; » ρωτάει όλο παράπονο την
αδελφή της, η απωθημένη πικρία, οργή και ανείπωτη θλίψη για τα ματαιωμένα όνειρά
της, για την ίδια της την ύπαρξη που ένιωθε να την ακυρώνει καθημερινά η
επικριτική στάση της φοβερής μητέρας της (η οποία πάλευε κι εκείνη μόνη της ν’αναθρέψει
τα δυό της παιδιά), σπάνε τα φράγματα της αυτοσυγκράτησης, μπουκάρουν στο
καθιστικό του σπιτιού της Σαντέλ, και η Πάνζι ξεσπάει σε έναν κλαυσίγελο χωρίς
σταματημό. Το γέλιο της (ένα γέλιο σχεδόν εξαναγκασμένο) αρχίζει και μπερδεύεται
με ένα εξίσου ηχηρό κλάμα, ώσπου το γοερό κλάμα επικρατεί, και η Πάνζι δε νοιάζεται
πλέον ενώπιον ποίου κλαίει, δεν την ενδιαφέρει, η ομήγυρη των οικείων της, την
κοιτάζουν σοκαρισμένοι σχεδόν (ίσως να μην την είχαν ξαναδεί έτσι) αλλά η Πάνζι
βρίσκεται πλέον αλλού, έχει ήδη φύγει συναισθηματικά, απ΄το σπίτι της, τον γάμο
της, τα απωθημένα για χρόνια αισθήματά της γιαυτη τη ζωή που ζεί, γιαυτόν το γάμο
(που αν είχε περισσότερη αυτοπεποίθηση και οικονομική αυτάρκεια, πιθανότατα δεν
θα τον είχε κάνει), έχουν βγεί στην επιφάνεια, αρκετά, ως εδώ άντεξε.
Δεν έχει ευτυχισμένο τέλος η ταινία του Leigh, αλλά ίσως μιά ακτίνα αισιοδοξίας και ριζικής αλλαγής στις ζωές όλων σ’αυτή την ιστορία, να καταφέρνει να τρυπώσει. Η ωραιότατη, για άλλη μιά φορά, φωτογραφία του Dick Pope,εκμεταλλεύεται αυτό το ακαταμάχητο φυσικό φως, και κάνει ακόμη πιό αφόρητη την κατάθλιψη που πλακώνει σαν ασήκωτη ταφόπλακα την Πάνζι, ενώ έξω ο κόσμος λουσμένος στο φως του ήλιου, προχωράει. Μιά απόφαση είναι, να σηκωθεί, ν’ανοίξει την πόρτα και να βγεί στην αυλή της να τη χαϊδέψει ο ζωοδότης ήλιος, να νιώσει αυτή την ακαταμάχητη δροσιά στο πρόσωπό της.
Αν το σώμα μας, είναι η
ορατή ψυχή μας, και το πρόσωπό μας είναι ο χάρτης της ψυχικής μας επικράτειας,
αυτό που βλέπουμε σ’αυτή τη γυναίκα και δεν μας αρέσει, μας εκνευρίζει, αποτελεί
σημάδι της εσωτερικής της κόλασης, η άρνηση
αποτυπώνεται στο πρόσωπό της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στη σχέση με τον εαυτό της
αλλά και τους άλλους. Αλλά είναι ακριβώς αυτή η θεμελειώδης για την ύπαρξη,
αλληλεπίδραση εαυτού και περιβάλλοντος, που έκανε όλη τη ζημιά και ευθύνεται
στην ουσία για την δυστυχία που σαν μούχλα έχει ποτίσει τη ζωή αυτής της γυναίκας.





Σχόλια