Ποτέ μη λογαριάζεις, χωρίς τον ξενοδόχο
Μιά φρικτή δολοφονία και το υπερφυσικό, διαπλέκονται εξαιρετικά στη δεύτερη ταινία του Damian McCarthy (μετά το εφιαλτικό Caveat), με τον τίτλο ODDITY. Με υποβλητικότατη ατμόσφαιρα και πλήρη εκμετάλλευση του υπέροχου αγροτόσπιτου όπου λαμβάνουν χώρα όλα τα τρομερά, με μία εξαιρετική πρωταγωνίστρια(η Carolyn Bracken) σε διπλό ρόλο μάλιστα, και μία καταπληκτική ξύλινη κούκλα σε φυσικό μέγεθος, η δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του McCarthy( που έγραψε και το σενάριο), πηγαίνει το ,αγαπημένο του θέμα, σε άλλο επίπεδο που πραγματικά προκαλεί εμφράγματα στον θεατή. Και ποιο είναι αυτό; Μα αν το αποκαλύψω κινδυνεύω να γίνω μαρτυριάρα και να προδώσω ένα μεγάλο μέρος της φοβερής ιστορίας που μας διηγείται τόσο υποβλητικά αυτή η ταινία.
Δύο αδελφές, δίδυμες και πανομοιότυπες, η Ντάρσι και η Ντάνι. Η Ντάρσι έχει κληρονομήσει απ ΄τη μητέρα τους, ένα κατάστημα με καταπληκτικά σπάνια αντικείμενα (στοιχειωμένα ως επί το πλείστον), στο Cork, και παράλληλα συμπληρώνει το εισόδημά της διαβάζοντας όποιο αντικείμενο της παρουσιάσουν, και το οποίο βρισκόταν σε στενή επαφή με τον κάτοχό του. Η Ντάρσι είναι μέντιουμ με ισχυρότατη ενόραση και μπορεί, έτσι ισχυρίζεται,να δεί όλη την κρυφή ιστορία του υπό εξέταση αντικειμένου που αγγίζει με τα κατάλευκα δάχτυλά της. Η Ντάρσι όμως είναι και τυφλή, ευτυχώς όχι εκ γενετής, αλλά λόγω ενός όγκου που έχει αναπτύξει στον εγκέφαλο, πλέον έχει στερηθεί την βασικότερη των αισθήσεων, χωρίς όμως αυτό να την εμποδίζει να συνεχίσει τη ζωή και τις δραστηριότητές της.
Θα έλεγα πως ο τόνος,η καρδιά και το βάθος αυτής της ταινίας είναι αυτή η εξαίρετη πρωταγωνίστρια η οποία υποδυόμενη τόσο ωραία τις δύο αδελφές, κατορθώνει να μας δείξει την ιδιαίτερη σχέση τους, το παντοδύναμο δέσιμό τους, την αγάπη μεταξύ τους, η οποία και στην ουσία κινητοποιεί αυτή την αιθέρια, κατάξανθη, κομψή φιγούρα της Ντάρσι, να διερευνήσει το τί ακριβώς συνέβη εκείμη τη νύχτα στο πρόσφατα αποκτηθέν αγροτόσπιτο που είχε η αγαπημένη της αδελφή, και ο σύζυγός της, ο ψυχίατρος Τεντ Τίμινς. Και είναι πολύ ωραία αυτή η αντίστιξη που δημιουργεί η ταινία, ήδη απ΄την εναρκτήρια σεκάνς, ανάμεσα στον απροσδιόριστο τρόμο και απειλή και την αίσθηση της συζυγικής ευτυχίας− η Ντάνι βρίσκεται ήδη στο αγροτόσπιτο, το νεοαποκτηθέν σπίτι της, όπου μαστορεύει με όρεξη προκειμένου να ετοιμάσει την συζυγική φωλιά όπου θα διαμένει πλέον, με τον αγαπημένο της Τεντ, όλα ωραία, αξιοζήλευτα και ιδανικά σα να ξεπήδησαν από διαφήμιση για έπιπλα σπιτιού, ή από κάποιον εφιάλτη, διότι η Ντάνι δε μπορεί προφανώς να διανοηθεί τί φρικτό τέλος την περιμένει μέσα ακριβώς σ’αυτό το υπέροχο αγροτόσπιτο, με τα ξύλινα πατώματα και κουφώματα, που ανατριχιάζουν σε κάθε άγγιγμα του ανέμου, με τους στενούς διαδρόμους και την μεγάλη ξύλινη σκάλα, που οδηγεί στον επάνω όροφο. Οι συχνές ανατριχίλες και αίσθηση δυσφορίας που κυκλώνουν τον θεατή, οφείλονται πρωτίστως, σ’αυτό το σπίτι που μοιάζει πολύ απομακρυσμένο απ΄τον πολιτισμό και οποιαδήποτε ελπίδα για βοήθεια αν τα πράγματα στραβώσουν…και στραβώνουν.
Στην ουσία, παρακολουθούμε μία αστυνομική ταινία υπερφυσικού τρόμου, με την έντονα ενορατική Ντάρσι, να προσπαθεί να διαλευκάνει τη φρικτή δολοφονία της αδελφής της, ένα ακριβώς χρόνο μετά. Νομίζετε πως καταλαγιάζει ο πόνος απ ΄την απώλεια των αγαπημένων μας; αν το νομιζετε αυτό, βρίσκεστε σε μεγάλη πλάνη. Η Ντάρσι λάτρευε την αδελφή της, και το συντριπτικό γεγονός της δολοφονίας της, είναι που την κρατάει σ’ετοιμότητα, που την ωθεί να χρησιμοποιήσει αυτή τη μοναδική ικανότητα που διαθέτει για να εξακριβώσει τί ακριβώς συνεβη : ποιός ήταν ο φονιάς της αδελφής της. Και εδώ ακριβώς εστιάζεται νομίζω, η μεγάλη ειρωνεία αλλά και τραγικότητα αυτής της ταινίας : στο ότι ενώ όλοι επαναπαύονται τρόπον τινά, απ΄την επίσημη και βάσει των κανόνων της ποινικής δικονομίας, επίλυση αυτής της υπόθεσης ανθρωποκτονίας, ενώ πρώτος και καλύτερος ο χήρος σύζυγός της, ο ψυχίατρος, είναι πεπεισμένοι πως ευρέθη ο ένοχος και τιμωρήθηκε όπως του άξιζε, η ενορατική Ντάρσι, που μπορεί να δεί κρατώντας ένα κουδουνάκι ξενοδοχείου φερειπείν, όλη την ιστορία που κρύβεται στις καμπύλες του,η Ντάρσι που φυλάει ως κόρη οφθαλμού, τον…οφθαλμό του φερόμενου ως δολοφόνου της αδελφής της, έχει διαφορετική άποψη, ισχυρίζεται πως ξέρει τον αληθινό δολοφόνο, ξέρει ποιός κατακρεούργησε την αδελφή της. Ποιο δικαστήριο, μπορεί να δεχτεί τέτοιο ισχυρισμό, βασισμένο στην ενόραση ενός μέντιουμ; Και ποιά είναι η αντίδραση αυτής της γυναίκας, όταν ξέρει στα τρίσβαθά της, πως κανείς, ούτε καν ο πενθών σύζυγος της νεκρής αδελφής της,δε θα κάνει δεκτό τον ισχυρισμό της;
Η παντοδύναμη και τόσο ζωτική για την ψυχική μας ηρεμία, ανάγκη για αποτελεσματική και προσήκουσα απονομή δικαιοσύνης, βρίσκει τον εκφραστή της, σ’αυτή την μυστηριώδη, ξύλινη κατασκευή, που απεικονίζει έναν άνδρα σε φυσικό μέγεθος, με ορθάνοιχτο στόμα, σα να ουρλιάζει απελπισμένα στο διηνεκές. Οι σκηνές με την ξύλινη κούκλα αποτελούν και το αποκορύφωμα του τρόμου που μας προκαλεί ο McCarthy μ’αυτή την εξαίρετη δουλειά του, είναι το ασύλληπτο και απερίγραπτο που προκαλεί αυτή η φυσικού μεγέθους αμίλητη και ακούνητη φιγούρα, με την έκφραση της φρίκης ή της απόγνωσης, καρφωμένη στο πρόσωπό της.
Η συνεχής σύγκρουση του ορθολογισμού, του «αυτά προβλέπει το δικονομικό μας σύστημα, έτσι κρίνονται οι υποθέσεις στο Δίκαιό μας» και της ανεξήγητης με τα συνήθη μέσα, ισχυρής διαίσθησής μας, ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι αλλιώς συνέβησαν τα πράγματα, ότι όχι «δεν σκότωσε ο Όλιν Μπούλ την αδελφή μου, εγώ ξέρω, είδα ποιος την σκότωσε» ,που αποτυπώνονται όχι μόνο στο πρόσωπο του ψυχίατρου αλλά και σ’αυτό της νέας του ερωμένης, της ωραίας Γιάνα (η Caroline Menton) η οποία έχει ψιλοφρικάρει με την αινιγματική παρουσία της τυφλής Ντάρσι, που σίγουρα δεν δίνει την εντύπωση κάποιας καλόβολης, αόματης κυρίας-εύκολου στόχου είναι η ραχοκοκκαλιά αυτής της ταινίας τρόμου,η αντιπαράθεση της ψυχρής λογικής και των ικανοτήτων πέρα απ΄τη λογική. Είναι αυτό το ανεξήγητο όσο κα τρομακτικό χάρισμα της ιδιοκτήτριας του μαγαζιού με τις στοιχειωμένες αντίκες, που την κάνει να υπερτερεί τελικά, έναντι οποιουδήποτε αρτιμελή, έναντι αυτής της ωραίας ξανθής φαρμακευτικής αντιπροσώπου, που κάθεται απέναντί της και την κοιτάζει με ένα βλέμμα ειρωνείας πασπαλισμένης με ολίγο τρόμο, γιατί ναι, η φίνα Ντάρσι μπορεί να γίνει πολύ τρομακτική αν το θελήσει.
Η μεγάλη κινηματογραφική αγάπη του σκηνοθέτη, αναβιώνει ωραιότατα σ’αυτή την ταινία του,κι εμείς έχουμε την ευκαιρία να θυμηθούμε πως οι αυθεντικά καλές ταινίες, μπορούν να παραλύσουν από τρόμο τον θεατή, χωρίς θεαματικά και βουτηγμένα στο αίμα, οπτικά εφέ, αρκεί μιά βουτιά στο απύθμενο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης.
Trivia :
· Τα γυρίσματα έγιναν στην ίδια διαμορφωμένη σιταποθήκη στο δυτικό Cork της Ιρλανδίας, όπου είχε γυριστεί και η προηγούμενη ταινία του Mc Carthy, το Caveat (2020), επίσης ταινία τρόμου και το σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Ο Mc Carthy δούλευε αυτή την ταινία ενώ γύριζε το Caveat.
· H φοβερή ξύλινη κούκλα είναι δημιουργία του καλλιτέχνη ειδικών εφέ, Paul Mc Donnell. Ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει πως λατρεύει τις ταινίες με κούκλες που ζωντανεύουν, αλλά το παράπονό του είναι πως αυτές είναι συνήθως μικρές σε μέγεθος, και θα ήταν πραγματικά ασύλληπτο να δούμε τι θα γινόταν αν μια τέτοια σε φυσικό μέγεθος ζωντάνευε.
· Η Carolyn Bracken έπαιξε και στην ταινία του 2022 The Quiet Girl.
· Ο χαρακτήρας της ταινίας, Olin Boole που εδώ τον υποδύεται ο Tadhg Murphy, ήταν και το θέμα της ταινίας μικρού μήκους του σκηνοθέτη που είχε κάνει το 2013, με τίτλο How Olin Lost His Eye.




Σχόλια