Πώς ξαναγίναμε λύκοι
Τίποτα δεν μας προετοιμάζει γι’αυτό που θα δούμε στην ταινία του John Rosman με τον τίτλο NEW LIFE ( σε σενάριο δικό του), ούτε καν η εντυπωσιακότατη αφίσα της, που περισσότερο παραπέμπει σε ταινία με ανδροειδή που επιθυμούν να γίνουν άνθρωποι, ή το αντίστροφο.
Μια ιστορία απόλυτου υγειονομικού τρόμου θα έλεγα, είναι αυτή που αφηγείται η δουλειά του Rosman,με ένα εξαίρετο πρωταγωνιστικό δίδυμο : τις Sonya Walger και Hayley Erin, υποδυόμενες την διώκτη και την διωκόμενη αντιστοίχως. Και βλέποντας την εντελώς παραπλανητική, εναρκτήρια σεκάνς, εύκολα παρασυρόμαστε στο να πιστέψουμε ότι αυτή η ταινία, ίσως και να ‘χει πάλι θέμα της, μια περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας. Αλλά όχι, η αιμόφυρτη Τζέσικα που περπατάει βιαστικά στον έρημο δρόμο και κοιτάζει συνεχώς πάνω απ΄τον ώμο της, η Τζέσικα που φοράει λεπτά ρούχα και τουρτουρίζει απ΄το κρύο, που τρέχει νηστική μέσα στους έρημους δρόμους, δεν τρέχει να ξεφύγει από κάποιον βίαιο σύντροφο, ασχέτως αν αυτό ισχυρίζεται έμμεσα, σε όσους ανθρώπους συναντήσει. Ούτε η Τζέσικα είναι καμιά θαυμαστή ρέπλικα ανθρωπου, φτιαγμένη απ΄τα πιο προηγμένα υλικά και με πλήρη συνείδηση, η οποία ξέφυγε απ΄το εργαστήριο.Και το λέω αυτό γιατί την βλέπουμε σε μιά σκηνή, να μπαίνει σε κάποιο σπίτι και να «τρώει» οδοντόκρεμα, με τέτοια λύσσα που νομίζει κανείς πως είναι ζωτικής σημασίας η οδοντόκρεμα για την ύπαρξή της.
Αυτό απ΄το οποίο τρέχει πανικόβλητη η Τζέσικα να ξεφύγει, είναι…πάρα πολύ πιθανό να συμβεί στις δικές μας κοινωνίες, τις κοινωνίες που ήδη πέρασαν μέσα απ΄την λαίλαπα (και την υστερία) μιάς πανδημίας. Η μη γραμμική αφήγηση ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό, για την παραπλάνηση του θεατή,όπως και στο να κατανοήσει την φρικτή ιστορία που κρύβει η κοπέλα, η οποία σε μια συγκλονιστική σκηνή, λέει « ήθελα μόνο να δω τον κόσμο».
Οι δύο γυναίκες συνδέονται μ’έναν εντελώς πρωτότυπο τρόπο : η πράκτορας ( ; ) Ελσα Γκρέη (μιά φοβερή Walger), είναι το λαγωνικό με τις φοβερές ικανότητες, που επιστρατεύεται απ΄την Υπηρεσία, για να βρεί την Τζέσικα Μέρντογκ. Βαθμηδόν, δεν μαθαίνουμε μόνο τι αποτρόπαιο μυστικό κρύβει η Τζέσσι, αλλά και τι σταυρό κουβαλάει αυτή η μοναχική γυναίκα, η εντελώς αφοσιωμένη στη δουλειά της, βασικά μόνο τη δουλειά της έχει, ένα ωραίο σπίτι και το αυτοκίνητό της για να πηγαίνει όπου τη στέλνει η απαιτητική δουλειά της. Η Έλσα πάσχει από μια τρομερή ασθένεια-εκφυλιστική του νευρικού συστήματος. Κάθε πρωί , σηκώνεται αντικρύζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, ψάχνοντας με τρόμο να δεί αν έχουν επέλθει κι άλλες φθορές/ αλλαγές στο σώμα της, στον ίδιο της τον εαυτό, απ΄αυτή την φρικτή ασθένεια που την καθιστά σταδιακά παράλυτη, ανίκανη να αυτοεξυπηρετηθεί, καταδικασμένη να εξαρτάται απ΄την…καλοσύνη και προθυμία των άλλων. Η Έλσα, όπως και η Τζέσικα,παλεύει για τη ζωή της, για να διατηρήσει τα κεκτημένα της ζωής της, να ζήσει όπως αυτή επιθυμεί, υγιής και αυτάρκης. Η διασταύρωσή της με την νεαρή κοπέλα τη βάζει σ’ έναν δρόμο επικίνδυνο, ακόμη και για την ίδια προσωπικά.
Το τραγικότερο βέβαια −και αυτό γίνεται κατανοητό μόλις φτάσουμε στο σπαρακτικό φινάλε της ταινίας, και δούμε νοητά, την διαδρομή σωστά, απ΄την αρχή προς το τέλος− είναι πως η Τζέσικα Μέρντογκ, βαδίζει προς αυτό που θεωρεί, ελευθερία της, αγνοώντας τι αφήνει πίσω της, τί φρίκη σπέρνει άθελά της στο διάβα της.Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει αυτή την ταινία, μιά αβάσταχτη ηθική αλληγορία : όσοι άνθρωποι κάνουν το καλό και συνδράμουν την νεαρή κοπέλα, δεν…ανταμείβονται, και μιλάω για συναισθηματική ανταμοιβή, άϋλη εν πάσει περιπτώσει. Όσο προχωράει η ιστορία, και αντικρύζουμε αυτά τα σοκαριστικά πλάνα με τους ασθενείς,συνειδητοποιούμε πως σε κάποιους, βγήκε ξινή η όποια βοήθεια πρόσφεραν στην Τζέσικα.΄Ισως αυτή ακριβώς η ιδιότυπη αχαριστία εκ μέρους της, να ευθύνεται για την τρομερή λύσσα και την δολοφονική μανία με την οποία αντιδρούν όταν την συναντούν. Το πιο εφιαλτικό όμως, δεν είναι μόνο αυτή η μυστηριώδης ασθένεια (που την παρομοιάζει η Υπηρεσία με παραλλαγή του ιού ‘Εμπολα), είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες εξαπολύθηκε στον κόσμο. Και είναι και μια κρίσιμη λεπτομέρεια, την οποία ακούμε δύο φορές μέσα στην ταινία. Μιά λεπτομέρεια η οποία μπορεί να περάσει και απαρατήρητη απ΄τον απρόσεκτο θεατή, αλλά που αυτή μόνη, περνάει το ζοφερότατο μήνυμα (ακόμη και στην ‘Ελσα ) : δεν υπάρχει καμία σωτηρία.




Σχόλια